Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Υπεράσπιση εργασιακών & κοινωνικών δικαιωμάτων. Το μετεκλογικό πολιτικό τοπίο και τα καθήκοντα της αριστεράς

του Βαγγέλη  Αντωνίου
Η διπλή εκλογική μάχη της 6ης του Μάη και της 17ης Ιούνη αποτύπωσε την έντονη κοινωνική πόλωση που βαθαίνει ολοένα στα δυόμισι τελευταία χρόνια της μνημονιακής υποδούλωσης της χώρας και κατέγραψε σε μεγάλο βαθμό τις σημαντικές διεργασίες-μετατοπίσεις που συντελέστηκαν στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων. Σ’ αυτές επέδρασαν καταλυτικά οι πολύμορφοι κοινωνικοί αγώνες που αναπτύχθηκαν σε ολόκληρη αυτή την περίοδο. Αν και όχι με την απαιτούμενη πάντα συνέχεια και κλιμάκωση, την αναγκαία ιδεολογική-πολιτική-οργανωτική προπαρασκευή και εμβάθυνση ή προπαντός την επίτευξη της μετωπικής δράσης και συμπαράταξης, ώστε να επιφέρουν την καθοριστική ήττα της ιδεολογικής κυριαρχίας των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού και την αποφασιστική ανατροπή.

Ο εκλογικός σεισμός της 6ης Μάη, που κονιορτοποίησε το δικομματισμό και οδήγησε σε μια παλιρροϊκή μετατόπιση προς την αριστερά, δημιούργησε ένα ρήγμα που εξακολουθεί να παραμένει ορθάνοιχτο. Ακόμη και μετά τη συντηρητική αναδίπλωση της 17ης Ιούνη, που οδήγησε στην οριακή νίκη της δεξιάς και επέτρεψε εντέλει το σχηματισμό μνημονιακής κυβέρνησης. Όχι όμως χωρίς να υποχρεωθεί το σύστημα εξουσίας να διακινδυνεύσει το κάψιμο άλλης μιας εφεδρείας του, αυτή τη φορά ροζ και όχι φαιάς απόχρωσης, της ΔΗΜΑΡ, που φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει προνομιακά το εκσυγχρονιστικό και το ακραιφνώς ευρωπαϊστικό τμήμα της δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας.

Η τύχη αυτής της κυβέρνησης είναι προδιαγεγραμμένη. Δεν πρόκειται να μακροημερεύσει. Ο όποιος σχεδιασμός της άλλωστε, θα είναι ναρκοθετημένος από τη βαθιά κρίση της ευρωζώνης, που δεν προβλέπεται να επιτρέψει παραχωρήσεις, ικανές να ανατάξουν την προϊούσα αποσύνθεση των συμμαχιών του κυβερνητικού σχήματος με κάποια έστω και στοιχειωδώς ευμεγέθη κοινωνικά στρώματα. Αυτό βεβαίως δεν την καθιστά λιγότερο επικίνδυνη, καθώς, λόγω αυτής ακριβώς της εντεινόμενης κοινωνικής απομόνωσης, αναμένεται να αναζητεί όλο και συχνότερα στηρίγματα στις πιο ακραίες και ρεβανσιστικές δυνάμεις-εφεδρείες, να δυναμώνει την εξάρτησή της από τα κέντρα της διαπλοκής και να ενισχύει την καταστολή. Και φυσικά δεν μπορεί να υπάρχει ούτε γι’ αστείο η αυταπάτη ότι πρέπει να περιμένουμε να «πέσει σαν ώριμο φρούτο».

Αν όμως η μη ομαλή προοπτική της μακροημέρευσης ισχύει για το συγκεκριμένο κυβερνητικό σχήμα, αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα εξουσίας δεν θα επιδιώξει με κάθε τρόπο την ανασυγκρότηση των ρηγματωμένων κοινωνικο-πολιτικών του διαμεσολαβήσεων και των τρωθέντων μηχανισμών του. Ότι δεν θα επιχειρήσει, για παράδειγμα, να ανασυγκροτήσει το χώρο της κεντροαριστεράς, την οποία θα αξιοποιήσει όταν χρειαστεί σε ρόλο πρωταγωνιστικό (η ιταλική εμπειρία μας διδάσκει πολλά γι’ αυτό). Ότι δεν θα εντείνει τις πιέσεις για ενσωμάτωση τμημάτων του Σύριζα σε μια συνδιαχειριστική και «υπεύθυνη» λογική. Ότι, τέλος, δεν θα έχει έτοιμα, επεξεργασμένα plan B, που περιλαμβάνουν ακόμη και καταστάσεις μη «κανονικότητας».

Η μεγάλη καπιταλιστική κρίση που βαθαίνει, κλιμακούμενη συνεχώς η σπείρα εμπλοκής σ’ αυτήν όλο και περισσότερων περιοχών του πλανήτη, η σφοδρότητα της περιδίνησής της στην ευρωζώνη καθώς και η πλήθυνση των επεισοδίων των γειτονικών σε μας περιφερειακών γεωπολιτικών ανταγωνισμών, που έχουν και τη δική τους «αυτονομία» σε σχέση με τον πυρήνα της καθαυτής οικονομικής κρίσης, διαμορφώνουν το ευρύτερο πλαίσιο το οποίο θα επικαθορίσει και τις αμιγώς ελληνικές εξελίξεις. Όπως επίσης φυσικά και η κατάσταση στη χώρα μας, που εξακολουθεί να περικλείει τη δυναμική του «αδύναμου κρίκου», αποτελεί μια εν δυνάμει απειλή – με ευρωπαϊκή, πρωτίστως, αλλά και διεθνή εμβέλεια – για τους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστικών κέντρων να επιτύχουν μια στρατηγικού χαρακτήρα σταθεροποίηση.

Η αποτίμηση λοιπόν των πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έκλεισε ένας, ο πρώτος, κύκλος της μνημονιακής περιόδου. Μιας περιόδου που χαρακτηρίστηκε αφενός από τη βαρβαρότητα της ακραία αντιλαϊκής, νεοφιλελεύθερης επίθεσης, που υπαγορεύτηκε από τα ευρωπαϊκά διευθυντήρια και υπηρετήθηκε από το εγχώριο σύστημα εξουσίας. Και αφετέρου από σημαντικούς κοινωνικούς αγώνες, όπου πρωταγωνίστησαν όχι οι «θεσμικοί» συνδικαλιστικοί φορείς ή η αριστερά των μηχανισμών, αλλά αυτόβουλες, αυθόρμητες, υβριδικές συχνά, μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης και πρωτοβουλίες συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων. Αγώνες που επιτάχυναν την απονομιμοποίηση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, που εξανάγκασαν την εξουσία σε αναδιπλώσεις και εξάντληση αρκετών από τις εφεδρείες της. Χωρίς όμως την αναγκαία οργανωτική υποδομή και τον απαιτούμενο συντονισμό, εξαιτίας (και) της έλλειψης μετωπικής δράσης των οργανωμένων αριστερών δυνάμεων, η οποία θα συνέβαλε στην περαιτέρω εμβάθυνση-ριζοσπαστικοποίηση των στόχων και στη «συνεπή» κλιμάκωση των μορφών πάλης, δεν στάθηκε δυνατό οι αγώνες αυτοί να επιφέρουν την αποφασιστική ανατροπή. Ωστόσο, η σώρευση όλων αυτών των πολύτιμων αγωνιστικών και συγκρουσιακών εμπειριών, σε συνδυασμό με την εκ των πραγμάτων συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου, οδήγησε στον εκλογικό σεισμό της 6ης Μάη, αναδεικνύοντας την αριστερά, συνολικά, σε πρωτοφανή αθροιστικά εκλογικά ποσοστά. Κυρίως ανέδειξε σε δυναμικά ανερχόμενη δύναμη το Σύριζα. Κι αυτό λόγω των εγγενών συμμαχικών του χαρακτηριστικών, της κεκτημένης «αύρας» που απέπνεε η αριστερή στροφή του των προηγούμενων ετών, της στάσης - τμημάτων του τουλάχιστον - μέσα και όχι «πάνω» απ’ τα κινήματα, του ενωτικού λόγου που απηύθυνε αλλά και της διάθεσης που επιδείκνυε να εμπλακεί με τα προβλήματα της άμεσης και απτής διεξόδου, προς όφελος των χειμαζόμενων στρωμάτων.   Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά κι άλλα ίσως ακόμη, τον ανέδειξαν προνομιακά σαν τον κύριο εκφραστή της λαϊκής προσδοκίας για αλλαγή. Τάση που επιβεβαιώθηκε σαρωτικά στις δεύτερες εκλογές, στις οποίες ο Σύριζα περίπου ταυτίστηκε με τον ένα πόλο της κυρίαρχης κοινωνικής πόλωσης και αναδείχθηκε στον κορμό του εν δυνάμει κοινωνικο-πολιτικού μετώπου της αριστεράς.

Η οριακή εκλογική ήττα του Σύριζα στις 17 Ιούνη – ή, από την ανάποδη ανάγνωση, η πύρρειος νίκη της Ν.Δ. – οφείλεται αφενός στη μεγάλης κλίμακας προπαγανδιστική επιχείρηση, εγχώριων και ευρωπαϊκών κέντρων, τρομοκράτησης των μικρομεσαίων στρωμάτων – αν και μάλλον υπερτιμάται η σημασία της, καθώς το διακύβευμα της εξουσίας είναι αναμενόμενο να εξακοντίζει την κλίμακα των χρησιμοποιούμενων μέσων. Αφετέρου όμως αναδεικνύει τα όρια και τις αμφισημίες του στελεχιακού δυναμικού του ίδιου του Σύριζα, που εκδηλώθηκαν κυρίως στην ατολμία του να κάνει ακόμη περισσότερο αιχμηρή και ριζοσπαστική την πολιτική του, αποδομώντας στα ίσια το φόβο που καλλιεργεί το αστικό μπλοκ πάνω στο δόγμα του ευρωπαϊσμού και το φετίχ του ευρώ, επιδεικνύοντας ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο κριτήριο και τις διαθέσεις του λαϊκού παράγοντα και μικρότερη ανασφάλεια απέναντι στις φοβικές αυταπάτες των μεσοαστικών στρωμάτων. Αναδεικνύει επίσης ασφαλώς και τις υποκειμενικές αδυναμίες, που αφορούν στην έλλειψη μετωπικής συμπαράταξης – ακόμη και στοιχειώδους αλληλεγγύης – των δυνάμεων της αριστεράς αλλά και στο ίδιο το επίπεδο της οργάνωσης του λαϊκού κινήματος και της ιδεολογικοπολιτικής του προπαρασκευής, κρίσιμο μέρος της οποίας θα όφειλε να είναι η επεξεργασμένη πολιτική κοινωνικών συμμαχιών των δυνάμεων της εργασίας με τα μεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Πολιτική συμμαχιών, που στις σημερινές συνθήκες της ακραίας ύφεσης και παραγωγικής αποδιάρθρωσης, οφείλει να συναρθρώσει σ’ ένα πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης τα συμφέροντα των εργαζόμενων και των συμμάχων τους με αυτά τμημάτων της καταστρεφόμενης μικρής και μεσαίας αστικής τάξης.         

Το μετεκλογικό σκηνικό, με το σχηματισμό της τρικομματικής κυβέρνησης και τους μηχανισμούς εξουσίας να βρίσκονται σε δυσκολία να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν την επιδιωκόμενη ανασυγκρότησή τους, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωζώνη, οι οποίες κάθε άλλο παρά προδιαγράφουν ομαλές προοπτικές για την Ελλάδα, διαμορφώνουν την επόμενη, δεύτερη φάση, που περιέχει ποιοτικά νέες αντιφατικότητες και αναδεικνύουν ένα νέο πεδίο, αναμφίβολα σκληρότερων, συγκρούσεων. Το λαϊκό κίνημα και η αριστερά τίθενται εξ αντικειμένου μπροστά σε νέα, πιο σύνθετα καθήκοντα, που απαιτούν επειγόντως ολόπλευρη, σοβαρή, ιδεολογική-πολιτική-οργανωτική προετοιμασία.

Το παρόν σημείωμα φιλοδοξεί να ιεραρχήσει ορισμένα απ’ αυτά τα καθήκοντα και τα νοηματοδοτήσει έστω και σε αδρές γραμμές:
1.              Η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, με το συντονισμό και την κοινή δράση του αυτόνομου ριζοσπαστικού ρεύματος κύρια μέσα στα πρωτοβάθμια σωματεία. Πρώτιστο καθήκον να εκδιωχθούν οι καρεκλοκένταυροι, γραφειοκράτες, οσφυοκάμπτες εργατοπατέρες από τα συνδικάτα. Να καταπολεμηθούν τα φαινόμενα γραφειοκρατικού εκφυλισμού ακόμη και μέσα στις δυνάμεις της συνδικαλιστικής αριστεράς.
2.              Η κοινή μετωπική δράση των αριστερών ριζοσπαστικών κινήσεων νεολαίας μέσα στο φοιτητικό κίνημα, ώστε αυτό να ξαναμπεί στην πρωτοπορία των λαϊκών αγώνων. Να εκπονηθεί ειδική παρέμβαση μέσα σε όλους τους χώρους της νεολαίας και ιδιαίτερα τους μαθητές, όπου η παρουσία της χρυσής αυγής είναι επικίνδυνη.
3.              Η ολόπλευρη ανάπτυξη των κινημάτων αντίστασης και αλληλεγγύης στις πόλεις και στις γειτονιές. Η κινηματική θεματική παρέμβαση σε ειδικούς χώρους: άνεργοι, χώροι επισφαλούς εργασίας.
4.              «Επείγουσα ανάγκη να αποκτήσει η Αριστερά τα δικά της think tanks, τις δικές της δεξαμενές σκέψης, που θ’ αποτελούν τη βάση παραγωγής πολιτικής προς όφελος της κοινωνίας. Χρειάζεται η μέγιστη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων με ιδεολογική, επιστημονική επάρκεια, αλλά και ταξική ευαισθησία για την παρακολούθηση, σύνθεση και ανάλυση δεδομένων του παγκόσμιου καπιταλισμού, των εξελίξεων στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη, τη γεωπολιτική θέση της χώρας, τις επιπτώσεις της κρίσης στην κοινωνική της συγκρότηση. Χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, δογματισμούς και μικροπολιτικές εμπάθειες, πρέπει ν’ αξιοποιηθούν διανοούμενοι και επιστήμονες απ’ όλο το αριστερό φάσμα σε μια ευρεία, μαρξιστικής εκκίνησης, δεξαμενή σκέψης, που θ’ ασχοληθεί με τα πάντα: από το να δημιουργήσει μια μεγάλη βάση δεδομένων για την κατάσταση στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική, τον πολιτισμό, τα ιδεολογικά ρεύματα, μέχρι το να μελετήσει και να αναλύσει κάθε δυσανάγνωστο θεσμικό κείμενο της Ε.Ε. Θα είναι μια δεξαμενή αριστερής σκέψης για την παραγωγή αριστερής πολιτικής. Με εξειδίκευση, συγκεκριμένα πεδία δράσης και ανοικτή στη διαβούλευση και την αλληλεπίδραση με την κοινωνία και τους φορείς της. Η εμπειρική και ενστικτώδης προσέγγιση των εξελίξεων, ακόμη κι αν είναι εμπνευσμένη και δεν φτάνει και μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Αλλά δεν επαρκεί ούτε η τεχνοκρατική παραγωγή πολιτικής μεμονωμένων «πεφωτισμένων». Ο ναρκισσισμός όσων έχουν το προνόμιο του δημόσιου λόγου, μπορεί να αποτελεί αποδεκτό κίνητρο παρρησίας. Αλλά χωρίς επιστημονική βάση και ιδεολογική επεξεργασία είναι εκτεθειμένος στην προχειρότητα, στο δογματισμό, στην αυθαιρεσία. Μεταξύ άλλων δεν δικαιούμαστε να παίρνουμε στον λαιμό μας τους ανθρώπους που εμπιστεύονται πως πίσω από κάθε κείμενο, θέση ή πρόταση υπάρχει μια καλά επεξεργασμένη αλήθεια, ενώ, πολύ συχνά, μπορεί να είναι μια επιπόλαιη ξεπέτα» (Γ. Κιμπουρόπουλος, Αυγή, 8/7/2012).
5.              Να ξεκινήσει μια ευρεία συζήτηση μέσα (και ανάμεσα) στις δυνάμεις της αριστεράς γύρω από τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σήμερα γίνεται πιο ξεκάθαρο από ποτέ άλλοτε ότι η ευρωζώνη είτε θα διαλυθεί είτε θα προχωρήσει σε μια βαθύτατα αντιδραστική ολοκλήρωση. Οι αυταπάτες του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, που τροφοδότησαν για χρόνια το ρεύμα του ευρωκομουνισμού, σήμερα αποδεικνύονται εφιάλτες, που μόνο (;;) η ΔΗΜΑΡ νιώθει ότι πρέπει να τους υπερασπιστεί. Ένας ορισμένος «καταναγκαστικός ευρωπαϊσμός» που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει στελέχη και δυνάμεις εντός του Σύριζα, αποτελεί σήμερα ξεπερασμένη αυταπάτη ισοδύναμη με αυτήν του (αν)υπαρκτού.
6.              Πρόγραμμα εξόδου από την κρίση προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας, πρόγραμμα ανασυγκρότησης της παραγωγής και της οικονομίας, δεν μπορεί να είναι συμβατό ούτε με τις «μεταβιβαστικές πληρωμές» της Μέρκελ και του Ντράγκι ούτε χωρίς ανάκτηση από την προοδευτική κυβέρνηση του λαού εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να συζητήσουμε ανοιχτά, χωρίς φοβικά σύνδρομα και προπάντων χωρίς να βαφτίζουμε πλαστά και ψεύτικα τα διλήμματα, ΚΑΙ το ζήτημα του νομίσματος ΚΑΙ το ζήτημα του ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων ΚΑΙ το ζήτημα των ρήξεων με τις ευρωσυνθήκες. Το Plan B της αριστεράς έπρεπε από καιρό να είναι έτοιμο. Να συζητιέται με το λαό, τους κοινωνικούς φορείς, τα κινήματα, να αποτελεί όπλο για την προετοιμασία της κοινωνίας απέναντι στην άτακτη έξοδο που θα μας οδηγήσουν οι τοκογλύφοι και οι μαυραγορίτες. Να εξηγούνται και οι δυνατότητες και τα προβλήματα. Και να πείσουμε (και να πεισθούμε) ότι υπάρχει ζωή έξω από το ευρώ. Αλλιώς θα είμαστε μόνιμα όμηροι των διλημμάτων του αστικού μπλοκ, του οποίου το ευρώ είναι πολιτική πρωτίστως επιλογή, αφού γνωρίζει καλά πως χωρίς αυτό θα βρεθεί χωρίς πλάτες απέναντι στο λαϊκό κίνημα. Βεβαίως το ζήτημα αυτό συνδέεται και με άλλα ζητήματα, όπως της ρήξης με κάποια όρια της «αστικής νομιμότητας», όπως της ιεράρχησης των ταξικών διαμεσολαβήσεων (αν μας ενδιαφέρουν πρωτίστως οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι ή οι μικροκαταθέτες κ.ό.κ.) και απ’ αυτή τη σκοπιά είναι και βαθύτατα ιδεολογικό και πολιτικό. Είναι όμως πλέον εξαιρετικά επείγον. Ίσως περισσότερο επείγον απ’ όσο φανταζόμαστε…

Εξ αντικειμένου ο Σύριζα αποτελεί σήμερα τον κορμό και του κοινωνικού μετώπου των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτικού μετώπου της αριστεράς. Κανένας άλλος αριστερός πόλος δεν μπορεί να έχει προοπτική, σε αντιπαράθεση και ανταγωνισμό με το Σύριζα, αφού έτσι θα είναι καταδικασμένος να υποστεί την παρακμή του σεχταρισμού, της περιχαράκωσης και του οιονεί ετεροκαθορισμού του. Ίσα-ίσα ο Σύριζα, έχοντας την πρωτοβουλία (και την κύρια ευθύνη) των κινήσεων, πρέπει να διαμορφώσει τους όρους της μετωπικής συμπόρευσης, της δημιουργίας ενός «συνεχούς» μέσα στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Με ειλικρίνεια και τόλμη.

Εξ αντικειμένου ο Σύριζα δεν μπορεί να αποτελεί χώρο ιδεολογικής ομοιογένειας και γι’ αυτό οι διεργασίες μέσα σ’ αυτόν θα αποτελούν ένα πεδίο γόνιμης ταξικής πάλης. Πεδίο όπου οι αντιθέσεις πρέπει να αναδύονται και όχι να κρύβονται κάτω απ’ το χαλί, να βρίσκονται σε ώσμωση και όχι να αποτελούν επίδικα κλειστών «επαγγελματικών» μηχανισμών και ισορροπιών κορυφής και να συντίθενται σε ανώτερες πολιτικές συνθέσεις και συμφωνίες όχι του ελάχιστου μέσου όρου αλλά προωθητικές και υπερβατικές.

Από τη σκοπιά αυτή δυνάμεις με μαρξιστική θεωρητική εκκίνηση, κομουνιστικής προέλευσης και προσανατολισμού, οφείλουν, συνυπάρχοντας διαλεκτικά με τα υπόλοιπα ρεύματα της ριζοσπαστικής αριστεράς και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, να οικοδομήσουν ένα ρεύμα, μια αριστερή πτέρυγα στο Σύριζα, που θα συνδιαμορφώνει τη φυσιογνωμία και το πρόγραμμά του, φιλοδοξώντας να βάζει όλο και ευκρινέστερα τη σφραγίδα της σ’ αυτό. Στην προσπάθεια αυτή αξίζει τον κόπο να στρατευτούμε και όσοι από εμάς έχουμε δώσει για πολλά χρόνια τις μάχες και στο κίνημα και στην αριστερά από διπλανά μετερίζια με τους συντρόφους του Σύριζα. Στην προσπάθεια αυτή δηλώνω κι εγώ προσωπικά, που μέχρι τώρα ήμουν μέλος του Συντονιστικού του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής, την πολιτική μου «προσχώρηση» και την ενεργή μου συστράτευση.

Είναι μια στράτευση που αντιμετωπίζει στα ίσια τις προκλήσεις του καιρού μας, που δηλώνει τη διάθεση άμεσης, προσωπικής εμπλοκής με το μεγάλο αλλά δύσκολο εγχείρημα του Σύριζα και αρνείται να παραμείνει στην «ευκολία» της αφ’ υψηλού κριτικής και της ορισμένου τύπου ιδεολογικής καθαρότητας. Που οφείλει διαρκώς να αντιστρατεύεται στρατηγικές ενσωμάτωσης του ριζοσπαστικού ρεύματος σε λογικές «κυβερνητισμού» και αναβίωσης της κεντροαριστεράς. Που θεωρεί ότι η κοινοβουλευτική δράση πρέπει να υποτάσσεται στα καθήκοντα της πολιτικής και κινηματικής δράσης και όχι να αποτελεί αυτοσκοπό και πολύ περισσότερο να μετατρέπεται σε κοινοβουλευτικό και συστημικό κρετινισμό. Που θα βρίσκεται σε συνεχή αναμέτρηση με πρακτικές (κεντρικού ή τοπικού) παραγοντισμού και «ανάθεσης». Που θα αγωνίζεται να προωθεί τη δημοκρατία των από κάτω. Να ανοίγει τα παράθυρα στο φρέσκο ορμητικό αέρα του κόσμου και των κινημάτων. Είναι μια στράτευση που στο ερώτημα «εμείς ή αυτοί» οφείλει κάθε μέρα, κάθε στιγμή, να επιβεβαιώνει το εμείς.

Βαγγέλης Αντωνίου, Χαλκίδα, 10/7/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου