Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Κάποιες σκέψεις για τις αποκρατικοποιήσεις


Του ΚΩΣΤΑ ΧΑΪΝΑ,
Στελέχους της ΔΗΜΑΡ
 Στην Ελλάδα είναι αλήθεια ότι ο κρατικισμός, ένα καθεστώς που εφαρμόστηκε στην χώρα μας από όλες τις Κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης αποτελεί ένα πρωτότυπο σύστημα για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα και όχι μόνο. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος είναι η κομματική πελατειακή βάση συγκρότησής του από την κορυφή ως τη βάση του.
Ο διορισμός των διοικήσεων κάθε δημόσιου οργανισμού και κάθε κρατικής επιχείρησης με πολιτευτές και άλλους κομματάνθρωπους, από το κόμμα που κερδίζει κάθε φορά τις εκλογές, θεωρείται δεδομένο, ως καθολικός νόμος. Και άντε πάλι από την αρχή, κάθε φορά που άλλαζε το χρώμα του Κυβερνώντος κόμματος. Αναξιοκρατία και παντελής έλλειψη αξιολόγησης οι διαχρονικές πρακτικές που εφαρμόστηκαν σε όλα τα επίπεδα αυτού του συστήματος. Το πελατειακό αυτό δίκτυο εξασφάλιζε τη νομιμοποίησή του έχοντας ως βασικούς συμμάχους το συνδικαλιστικό κατεστημένο και τις συντεχνίες, αφού ηγετικά στελέχη του συνδικαλιστικού κινήματος, είχαν εξασφαλισμένες καθόλου ευκαταφρόνητες αποζημιώσεις από τις συμμετοχές τους στις διοικήσεις αυτών των οργανισμών και των επιχειρήσεων και όχι μόνο. Μια σειρά προνόμια και ειδικές παροχές που εξασφάλισαν διαχρονικά, τους αναβάθμιζε στην κοινωνική διαστρωμάτωση χαρακτηρίζοντας τους «ρετιρέ» και τα ασφαλιστικά τους προνόμια σε σχέση με τους άλλους ασφαλισμένους ήταν τέτοια, που τα ταμεία τους εντάσσονταν αυτόματα στο κλαμπ των «ευγενών» ταμείων. Που να ακούσουν για ενοποίηση των ταμείων τους υγείας και ασφάλισης, με τα ταμεία των υπολοίπων εργαζομένων. Έτσι το σύστημα αυτό διασφάλιζε σημαντική εργατική και κοινωνική ανοχή, παρότι στην ουσία, δούλευε σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, αφού διαχρονικά οι ισολογισμοί όλων αυτών των επιχειρήσεων και οργανισμών, ήταν αρνητικοί. Έτσι κάθε χρόνο ο κρατικός προϋπολογισμός εκκαλείτο να καλύψει τα ελλείμματα τους, δηλαδή οι φορολογούμενοι. Και αφού δεν έφταναν οι φόροι, η λύση ήταν τα δάνεια. Ο δανεισμός του Κράτους ήταν η συνταγή για κάθε δαπάνη. Στήνανε νέους οργανισμούς, νέες υπηρεσίες, κρατικοποιούσαν επιχειρήσεις και όταν τους ρωτούσαν που θα βρείτε τα λεφτά απαντούσαν στην πράξη, με δανεισμό! Και έτσι κάθε χρόνο αφού τα έσοδα δεν έφταναν για να καλύψουν τις σπατάλες του πελατειακού Κράτους, η κάθε «συνετή» Κυβέρνηση τι έκανε ; Δανειζόταν. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή βασίλευαν. Κανένας δεν μίλαγε, συμπολίτευση και αντιπολίτευση ζούσαν σε ένα ευτυχισμένο κόσμο. Το χρήμα ήταν φτηνό και έρεε άφθονο. Τώρα βέβαια το ότι ήταν δανεικό, μικρή σημασία είχε γι αυτούς. Είτε γιατί δεν καταλάβαιναν, είτε γιατί καταλάβαιναν αλλά δεν μίλαγαν, αφού κανένας δεν μίλαγε. Το δημόσιο χρέος ανέβαινε κάθε χρόνο, το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού εθεωρείτο φυσιολογικό και ο κρατικός δανεισμός η αναπόφευκτη λύση. Όταν βέβαια ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση το 2009 και το χρήμα ακρίβυνε, μας βρήκε πολύ ευάλωτους. Μια χώρα υπερδανεισμένη με πρωτογενή ελλείμματα και με ένα δημόσιο τομέα σπάταλο, που ούτε καν πόσους απασχολούσε δεν ήξερε. Θα θυμάστε την περίφημη απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων. Ναι, το Κράτος μας δεν ήξερε πόσους υπαλλήλους είχε το 2010. Κατά τα άλλα από τότε αντί να δούμε τι θα κάνουμε, πως θα νοικοκυρέψουμε το Κράτος μας, όπως κάνουμε στο σπίτι μας όταν έχουμε οικονομικές δυσκολίες, μας φταίνε οι κακοί ξένοι, οι τοκογλύφοι, οι δανειστές και όλοι αυτοί που έχουν βαλθεί να μας εξαφανίσουν σύμφωνα με τις δημοφιλείς θεωρίες συνομωσίες, που τόσο πέραση έχουν στα αυτιά μας, γιατί μάλλον δεν θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα και ίσως κάποιοι ονειρεύονται την παλιά καλή εποχή των δανεικών και αγύριστων (αν γίνεται).
Η στάση της αριστεράς όλα αυτά τα χρόνια ήταν από αδιάφορη έως ανεκτική αν όχι, υποστηρικτική στις περισσότερες των περιπτώσεων. Γενικά η κρατικοποίηση είναι μια διαδικασία πολύ δημοφιλής στην αριστερά. Για την αριστερά η λύση για κάθε πρόβλημα είναι ο κρατικός φορέας. Ακόμη και για την ανεργία η λύση είναι ο διορισμός στο δημόσιο!. Ίσως ο κρατισμός να θεωρείται ότι είναι μια κατάσταση λίγο πριν το σοσιαλισμό, οπότε με μια απλή λογική, όσο πιο κρατικά είναι σε μια χώρα τα πράγματα, τόσο πιο κοντά στο σοσιαλισμό βρισκόμαστε! Ασφαλώς αυτή η λογική δεν ισχύει. Ποτέ ο Μαρξ δεν ήταν υπέρ του Κράτους και μάλιστα στα έργα του έχει μιλήσει για τα κρατικά μονοπώλια, που στα πλαίσια του καπιταλισμού αναπόφευκτα λειτουργούν προς όφελος των ολίγων. Όμως ο κρατισμός αυτός παρότι οικοδομήθηκε από τα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα και βόλευε τα σχέδια τους για διαιώνιση της κυριαρχίας τους από τη μεταπολίτευση έως και σήμερα, είχε την σταθερά υποστήριξη της αριστεράς, γιατί προφανώς και η αριστερή κρατική και συνδικαλιστική γραφειοκρατία διασφάλισε και αυτή τα δικά της προνόμια, στο κρατικοδίαιτο περιβάλλον που συνεχώς επεκτεινόταν παντού.
Έτσι λοιπόν η λογική της κρατικοποίησης των πάντων εφαρμοζόταν όχι μόνο στο στενό τομέα του Κράτους, αλλά και σε οργανισμούς και αποτυχημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις που κατά καιρούς κρατικοποιούσαν είτε δημιουργούσαν από το μηδέν. Ποιος δεν θυμάται την περίοδο του ογδόντα, όπου κάθε αποτυχημένος επιχειρηματίας, αφού είχε κατακλέψει πρώτα την επιχείρησή του και την καθιστούσε προβληματική την παρέδιδε στο Κράτος προς εξυγίανση! Μέσα από τον περίφημο κρατικό Οργανισμό Προβληματικών Επιχειρήσεων. Κανένας ποτέ δεν σκεφτόταν πως θα πληρωθούν όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες υπάλληλοι των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων είτε των εκατοντάδων δημόσιων φορέων που δημιουργούσαν, χωρίς καμιά μελέτη για το αν κάλυπταν πραγματικές ανάγκες ή όχι. Ούτε όμως και αντίστροφα σκεφτόταν κανείς. Δηλαδή τόσα είναι τα έσοδα της κρατικής επιχείρησης, τόσα μπορεί να δώσει σε μισθούς. Μοίραζε αφειδώς προνόμια και παροχές, επιδόματα και πλασματικές υπερωρίες με μοναδικό στόχο να διατηρεί και να συντηρεί όλους  αυτούς τους κομματικούς πελατειακούς στρατούς. Τα χρήματα αφού δεν υπήρχαν ή δεν έβγαιναν από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, ερχόταν ο κρατικός προϋπολογισμός να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά τους. Και το Κράτος αφού δεν είχε αυτά τα χρήματα τα δανειζόταν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΟΣΕ. Ένας οργανισμός που θα μπορούσε να ήταν ένα υπόδειγμα δημόσιου οργανισμού, δυστυχώς όμως οι κυρίαρχες πολιτικές που εφαρμόστηκαν σε συνεργασία με τις συνδικαλιστικές συντεχνίες αλλά και με την ανοχή της αντιπολίτευσης, τον κατάντησαν σε έναν καταχρεωμένο οργανισμό, ο οποίος μέχρι πρόσφατα για να επιβιώσει έπρεπε να επιδοτείται κάθε χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό με 1 δις. ευρώ! Αυτό για ορισμένους είναι κοινωνική πολιτική. Καμία σχέση, όμως δεν έχει με την κοινωνική πολιτική, το να επιδοτούν οι φορολογούμενοι πολίτες με 1 δις. ευρώ κάθε χρόνο μια επιχείρηση, είτε δημόσια είτε ιδιωτική. Και μάλιστα μια επιχείρηση η οποία έχει κάνει ελάχιστα στην κατεύθυνση επέκτασης του σιδηρόδρομου σε κάθε μήκος και πλάτος της χώρας, ένα μέσο αποδεδειγμένα φιλικό στο περιβάλλον, οικονομικό, ακίνδυνο και ευχάριστο για τις μετακινήσεις των ανθρώπων.
Και έτσι φτάσαμε στην εποχή των αποκρατικοποιήσεων. Μέσα σ’αυτό το ντελίριο των αποκρατικοποιήσεων, μιας οριζόντιας δηλαδή αντίληψης για τη μείωση του κρατικού παρεμβατισμού, είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν και λανθασμένες επιλογές. Τουλάχιστον τις επιχειρήσεις που παράγουν ή παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες βασικών αναγκών χρειάζεται προσοχή. Και η μέχρι σήμερα εμπειρία των αποκρατικοποιήσεων δεν είναι και τόσο πετυχημένη και ωφέλιμη για το Κράτος και την κοινωνία. Για παράδειγμα η αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ δεν μπορεί να αποτελεί υπόδειγμα αποκρατικοποίησης. Γιατί όταν μέσα από μια αποκρατικοποίηση, αντικαθίσταται ένα κρατικό μονοπώλιο με ένα ιδιωτικό, σε μια αγορά μάλιστα χωρίς κανένα ανταγωνισμό, το μόνο συμπέρασμα που βγάζει κάποιος είναι ότι η αποκρατικοποίηση εξυπηρέτησε συγκεκριμένα συμφέροντα. Γιατί ουσιαστικά αυτό έγινε με την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ. Μαζί με την εταιρία δόθηκε και όλο το δίκτυο τηλεπικοινωνιών και οι υποδομές, με αποτέλεσμα καμιά άλλη εταιρία που προσπάθησε να μπει στην αγορά της σταθερής τηλεφωνίας δεν μπόρεσε να ορθοποδήσει. Θυμηθείτε τι έγινε στην δεκαετία του 2000 μετά την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ, πόσες εταιρίες προσπάθησαν να μπουν στην αγορά της σταθερής τηλεφωνίας και απέτυχαν. Η εξήγηση είναι απλή. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις ήταν εξαρτημένες από τα σταθερό δίκτυο του ΟΤΕ. Άρα όλες τις υπηρεσίες τους έπρεπε να τις διαθέτουν πληρώνοντας τέλη στον ΟΤΕ. Ανταγωνισμός μηδέν. Για αυτό και οι περισσότερες έκλεισαν. Και στην συνέχεια που μπήκαμε –καθυστερημένα βέβαια- στην εποχή της ευρυζωνικότητας και των οπτικών ινών, είδαμε κάποιες εταιρίες να σκάβουν διάφορες περιοχές της χώρας για να δημιουργήσουν τα δίκτυά τους. Δίκτυα τα οποία βέβαια δεν έχουν ακόμη συνδεθεί με τα σπίτια και τις επιχειρήσεις. Δηλαδή ακόμη μένουν να γίνουν πολλά για να έχουμε στο σπίτι μας και στο γραφείο μας, γρήγορα και οικονομικά, τον ήχο, την εικόνα, το video και την τηλεόραση, στις ταχύτητες που η τεχνολογία σήμερα έχει καταφέρει και όχι στις ταχύτητες που παρέχονται σήμερα στη χώρα μας, που αντιστοιχούν με τον αραμπά στην εποχή των πυραύλων. Όλες αυτές τις υποδομές και τα δίκτυα θα έπρεπε να τα διαχειρίζεται από την αρχή μια δημόσια υπηρεσία, η οποία θα παρείχε την πρόσβαση στις εταιρίες (και στον ΟΤΕ) έναντι κάποιων τελών πρόσβασης, διασφαλίζοντας τους όρους ενός υγιούς ανταγωνισμού και ίδιους όρους βιωσιμότητας για όλους. Και μέσα από μεγάλα αναπτυξιακά, επενδυτικά προγράμματα θα τα συντηρεί και θα τα αναπτύσσει.
Αυτό πρέπει να γίνει και με τον ΟΣΕ. Το μοντέλο αποκρατικοποίησης του ΟΤΕ πρέπει να απορριφθεί. Για να μπορέσει όμως να αναπτυχθεί το δίκτυο των σιδηροδρόμων, να δημιουργηθούν επενδύσεις και έργα θα πρέπει να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν διαχωριστεί ο ΟΣΕ από τις υποδομές και το δίκτυο, τα οποία θα πρέπει να περάσουν στην ιδιοκτησία ενός δημόσιου φορέα. Ο φορέας αυτός θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης και ανάπτυξης του δικτύου. Οποιοσδήποτε επιχειρηματικός φορέας (και ο ΟΣΕ), θα μπορεί να δρομολογεί τα τρένα του κάθε τύπου, σε οποιαδήποτε διαδρομή θέλει, πληρώνοντας τα αντίστοιχα τέλη χρήσης του δικτύου. Ο δημόσιος φορέας θα έχει την ευθύνη της συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου. Και θα μπορεί να αναπτύσσει το δίκτυο των σιδηροδρόμων στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου δικτύου συνδυασμένων μεταφορών, με λιμάνια, αυτοκινητόδρομους, με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα logistics που έχουμε και που θα δημιουργηθούν στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια.
Το μοντέλο αυτό,  της παραμονής δηλαδή υπό δημόσιο έλεγχο των υποδομών και των δικτύων, μπορεί να αποτελέσει ένα συνολικό υπόδειγμα των αποκρατικοποιήσεων. Αν θέλουμε να έχουν το μέγιστο όφελος για το δημόσιο συμφέρον οι εξαγγελλόμενες αποκρατικοποιήσεις και κυρίως προοπτική με ενδιαφερόμενους σοβαρούς επιχειρηματικούς ομίλους που θέλουν να επενδύσουν και όχι να τ’ αρπάξουν.


Χαλκίδα 5 Αυγούστου 2012
Κώστας Χαϊνάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου