Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ελληνικά αδιέξοδα

Στέφανος Κωνσταντινίδης
Όσοι παρακολουθούν τα ελληνικά πράγματα δεν έχουν πια καμιά αμφιβολία ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Στο εσωτερικό μέτωπο είμαστε στο ίδιο έργο θεατές με τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις της αξιολόγησης, με την Τρόικα να ανεβάζει καθημερινά τον πήχυ στις απαιτήσεις της για νέες φορολογίες και νέες αποκοπές στις συντάξεις. 
Η χώρα κινδυνεύει από ασφυξία αφού η ανάπτυξη είναι μηδενική και εισέρχεται στο όγδοο έτος ύφεσης. Είναι μια από τις μεγαλύτερες υφέσεις στην ιστορία του καπιταλισμού! Ούτως ή άλλως τα χρήματα των δανειστών επιστρέφουν ξανά στους ίδιους για να αποπληρωθούν παλιά δάνεια. 
 
Τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι από τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ που πήρε η Ελλάδα, τα 210 δισ. επέστρεψαν ξανά στις γερμανικές τράπεζες και κατά δεύτερο λόγο στις γαλλικές, και άλλους δανειστές. Η Ελλάδα είναι μια νεοαποικία χρέους. Πρόκειται για μια αδιέξοδη κατάσταση που θυμίζει τον μύθο του Σισύφου. Επιπλέον σε μια χώρα ουσιαστικά χρεοκοπημένη, προστέθηκε τώρα και το τεράστιο βάρος του Προσφυγικού.
 
Η Ευρώπη αποποιείται ουσιαστικά των ευθυνών της, διαπραγματεύεται με την Άγκυρα και απειλεί να θέσει την Ελλάδα εκτός Σένγκεν. Με αφορμή το Προσφυγικό, το ΝΑΤΟ επεμβαίνει στο Αιγαίο και επισημοποιεί υπέρ της Τουρκίας τις γκρίζες ζώνες που εμφανίστηκαν την εποχή της διακυβέρνησης Σημίτη, χωρίς ουσιαστική αντίδραση τότε από μέρους του. Είναι φανερό ότι απειλείται η εθνική κυριαρχία της χώρας στο Αιγαίο. 
 
Η Τουρκία, παρά την απομόνωση και τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται, εξακολουθεί να είναι απειλητική για την Ελλάδα παραβιάζοντας καθημερινά τον εναέριο και τον θαλάσσιο χώρο της. Εκφράζονται δε φόβοι ότι αν τελικά ευδοκιμήσει η ιδέα δημιουργίας εθνικού κουρδικού κράτους, ή έστω και μιας δεύτερης αυτόνομης κουρδικής περιοχής στη Συρία, η Τουρκία θα αποζημιωθεί σε βάρος της Ελλάδας με παραχωρήσεις στο Αιγαίο, και φυσικά στην Κύπρο με την αμερικανονατοϊκή λύση που ετοιμάζεται.
 
Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο και επαναλαμβάνει ουσιαστικά την πολιτική των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων. Το Βερολίνο συζητά ήδη τη διάδοχη πολιτική κατάσταση για τη χώρα, με τμήμα της άρχουσας ελληνικής αστικής τάξης και τον νέο πολιτικό της εκπρόσωπό, τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Προτού όμως τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια του Τσίπρα, θέλουν να αναλάβει όλο το κόστος για όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που θα περάσουν από τη Βουλή. Φαίνεται επίσης ότι οι Αμερικανοί, για γεωπολιτικούς λόγους, υπολογίζουν ακόμη στον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ. 
 
Και φυσικά ούτε το Βερολίνο ούτε οι Βρυξέλλες μπορούν εύκολα να τον ανατρέψουν χωρίς τη συμφωνία της Ουάσινγκτον. Για την Ελλάδα όμως τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει με μια κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργό από την οικογένεια Μητσοτάκη, μιας οικογένειας με ιστορία στη διαπλοκή και παραδοσιακούς δεσμούς με τον ξένο παράγοντα.
 
Αν υπήρχε έστω και ο ελάχιστος πατριωτισμός από μέρους των διαφόρων μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης, θα έπρεπε τα ελληνικά αστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥΡΙΖΑ, που ούτως ή άλλως εκφράζει επίσης πέρα από τα μικροαστικά και μεσαία στρώματα και μερίδα αστικών συμφερόντων, να συνεννοηθούν για μια κοινή γραμμή τόσο απέναντι στους δανειστές όσο και για την αντιμετώπιση των εθνικών κινδύνων που διατρέχει η χώρα. 
 
Δυστυχώς δεν φαίνεται ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο και το αδηφάγο ελληνικό κατεστημένο προασπίζει με νύχια και με δόντια, κοντόφθαλμα, τα άμεσα συμφέροντά του χωρίς να ενδιαφέρεται για το μέλλον της χώρας. Το μιντιακό δε κατεστημένο ανήγαγε  σε εθνικό θέμα την διατήρηση των προνομίων του. Είναι αλήθεια έχοντας απέναντι του τον περιορισμένων δυνατοτήτων, πιο στενό συνεργάτη του Τσίπρα, τον Νίκο Παππά. Διαιωνίζεται έτσι το πελατειακό κράτος που αποτελεί γάγγραινα για τον τόπο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεφεύγει από την πεπατημένη του πελατειακού κράτους, ούτε και από την πεπατημένη μιας αποτυχημένης διαχειριστικής πολιτικής.
 
Εφόσον λοιπόν εκτός ΚΚΕ και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις έχουν αποδεκτεί τη μνημονιακή πολιτική, θα μπορούσαν τουλάχιστον αντί να επιδιώκουν την ξένη εύνοια για μια ανάπηρη εξουσία, να συμφωνήσουν, προσωρινά και μέχρι την έξοδο της χώρας από την κρίση, σε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα και κοινή αντιμετώπιση των εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων της.  Διαφορετικά το ένα μνημονιακό κόμμα θα διαδέχεται το άλλο, η κρίση θα ανακυκλώνεται και ο κίνδυνος μιας εθνικής καταστροφής θα παραμονεύει. 
 
Μια τέτοια συνεργασία θα ξεκαθάριζε εξάλλου το πολιτικό πεδίο και θα επέτρεπε στις δυνάμεις που παραμένουν αντιμνημονιακές να αρθρώσουν τον δικό τους πολιτικό λόγο και να προτείνουν την δική τους εναλλακτική λύση εξόδου της χώρας από την κρίση. Διότι σήμερα το τοπίο παραμένει θολό, καθώς  ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί αυταπάτες με το να παρουσιάζεται και ολίγον μνημονιακός και ολίγον αντιμνημονιακός. Σε κάθε περίπτωση είναι ώρα ευθύνης και ώρα αποφάσεων πριν είναι αργά.

*Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Κεμπέκ του Καναδά και επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου